Η σκοτεινή εποχή της Ποτοαπαγόρευσης

Η σκοτεινή εποχή της Ποτοαπαγόρευσης

Μια από τις σκοτεινότερες εποχές στην Αμερική ήταν η εποχή της Ποτοαπαγόρευσης η οποία διήρκησε απο το 1920 όπου τέθηκε σε ισχύ μέχρι και το 1933. Η εποχή της ποτοαπαγόρευσης έχει μείνει στην Αμερικάνικη ιστορία ως “the dry era” η “στεγνή εποχή” καθώς είχε απαγορευτεί η παρασκευή, η πώληση, η αγορά και η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Προσπάθειες περιορισμού ή απαγόρευσης είχαν γίνει ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, με προφάσεις ότι η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών προκαλεί ενδοοικογενειακή βία, ηθικό και κοινωνικό ξεπεσμό, καθώς υπήρχαν πολλά τέτοια περιστατικά ιδιαίτερα στις νότιες πολιτείες από όπου δηλαδή ξεκίνησαν και τα περισσότερα κινήματα το 1850. Τα συνηθέστερα ποτά που καταναλώνονταν τον 19ο αιώνα ήταν το brandy, το whiskey, το ρούμι και το τζιν.

Η πρωτοβουλία για την απαγόρευση οινοπνευματώδη άνηκε σε προτεσταντικές, θρησκευτικές οργανώσεις του Μεθοδιστικού δόγματος και έτσι πολύ γρήγορα συσπειρώθηκαν δυο πανισχυρες ομάδες πίεσης, η “Ένωση Γυναικών για τη Χριστιανική Εγκράτεια” ( Women’s Christian Temperance Union” αλλά και η “Ένωση κατά των Σαλούν” ( Anti-Saloon League). Συνεπώς μέλη των δυο αυτών ενώσεων δημιούργησαν το Κόμμα της Απαγόρευσης (Prohibition Party), το οποίο όμως στις προεδρικές εκλογές του 1872 δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ψήφους. Ιεροκήρυκες της εποχής ασκούσαν πίεση τονίζοντας οτι η μέθη ευθύνεται για την φτώχεια και την εξαθλίωση της κοινωνίας. Μάλιστα για να πάρουν με το μέρος τους και τον γυναικείο πληθυσμό υποστήριζαν οτι η κατανάλωση ποτών οδηγεί τους άντρες στην απιστία, ένω έλεγαν οτι η σκλαβιά αλλά και η θέσπιση της δυνατότητας να ψηφίζουν οι γυναίκες θα υλοπιείτο μόνο με την απαγόρευση του αλκοόλ. Το Κάνσας το 1881 ήταν η πρώτη πολιτεία στην Αμερική που κύρηξε παράνομη την παρασκευή, διακίνηση και κατανάλωση των αλκοολούχων ποτών. Αυτό ήταν ουσιαστικά και το πρώτο βήμα που έφερνε την σκοτεινή περίοδος της Απαγόρευσης όλο και πιο κοντά ως προς την υλοποίησή της.

Γνωστοί εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κλάδου υποστήριζαν οτι οι εργάτες θα ήταν πιο αποδοτικοί και αποτελεσματικοί ως προς την δουλειά τους αν απέφευγαν την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών. Μάλιστα ο πασίγνωστος επιχειρηματίας John Rockfeller είχε δωρίσει 350.000 δολλάρια στην “Ένωση κατά των Σαλούν”. Στις 16 Ιανουαρίου 1919 φηφίστηκε η 18η τροποποίηση του Συντάγματος, η οποία απαγόρευε τη διακίνηση αλκοολούχων ποτών. “Κανένας δε θα παράγει, πωλεί, ανταλλάσσει, μεταφέρει, εισάγει, εξάγει, παραδίδει, εφοδιάζει ή κατέχει οποιοδήποτε υγρό προκαλεί μέθη, παρά μόνο υπό προϋποθέσεις της συγκεκριμένης διάταξης” (18η τροποίηση) Ένα χρόνο μετά (1η Ιανουαρίου 1920) τέθηκε σε ισχύ με τον νόμο Βόλστεντ (Volstead Act) και μ’ αυτόν τον τρόπο άρχισε και η έναρξη της Ποτοαπαγόρευσης.

Όπως όμως είναι γνωστό οταν κάτι το απαγορεύεις τόσο περοσσότερο το ενδυναμώνεις! Αυτό συνέβη και στα μετέπειτα χρόνια της Απαγόρευσης! Αφού λοιπόν είχαν κατασχεθεί τόνοι από βαρέλια που περιείχαν αλκοόλ, είχαν κλείσει σαλούν, μαγαζιά, κάβες που πουλούσαν οινοπνευματώση ποτά, οι πολίτες παρόλα αυτά δεν σταμάτησαν να πίνουν, αντιθέτως κατανάλωναν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες αλκοόλ απο ότι προτύτερα! Σημαντικό να αναφερθεί είναι οτι η ιδιωτική κατανάλωση επιτρεπόταν. Άλλωστε πλούσιοι πολίτες είχαν αποθηκεύσει άφθονο αλκοόλ στα βαρέλια τους!

Η παράνομη κατανάλωση τη δεκαετία του 1920 εκτοξεύθηκε στα ύψη, ενώ συμμορίες υπήρχαν παντού στις πόλεις όπου παρασκεύαζαν αλκοολούχα ποτά. Μέσα σε λίγους μήνες μόνο στην Νεα Υόρκη είχαν ανοίξει 30.000 παράνομα μπαρ που ονομάστηκαν “Speak Easy” διότι για να εισέλθει κάποιος έπρεπε να πει ψυθιριστά ένα συνθηματικό, ενώ μέχρι τα τέλη του ’20 υπήρχαν 100.000 παράνομα αποστακτήρια και bar. Ληστείες, βιαιοπραγίες ήταν μόνο κάποιες από τις συνέπειες της Ποτοαπαγόρευσης. Και παρόλο που το λαθρεμπόριο αλκοόλ από άλλες χώρες αλλά και από το Καναδά μειώθηκε αισθητά, η μεγαλύτερη συνέπεια του νόμου της Απαγόρευσης ήταν η ανεξέλεγκτη δράση της μαφίας!

Η Μαύρη αγορά πλούτιζε με την παράνομη παρασκευή και διακίνηση αλκοολούχων ποτών, Τα συνδικάτα του εγκλήματος βλέποντας την κερδοφορία της διακίνησης αλκοόλ κατέφευγαν σε μαζικές κλοπές αλκοόλ βιομηχανικής παραγωγής που χρησιμοποιούνταν εξολοκλήρου για την παρασκευή ιατρικών προμηθειών, καυσίμων, βαφών κτλ. και προκειμένου να το κάνουν πόσιμο το επαναδιύλιζαν. Χημικοί πληρώνονταν από λαθρέμπορους ώστε να επεξεργάζονται τα προϊόντα και να τα μετατρέπουν σε σε πόσιμα. Τα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών της εποχής εκείνης μαρτυρούν οτι περίσπου 60 εκατομμύρια γαλόνια βιομηχανικής αλκοόλης είχαν κλαπεί για την παρασκευή οινοπνευματώδη ποτών.Οι gangsters την εποχή του “Κραχ” το 1929, θεωρήθηκαν ως λαΪκοί ήρωες καθώς πρόσφεραν θέσεις εργασίας. Η παραοικονομία άνθιζε, Ο Al Capone, ο πασίγνωστος αρχιμαφιόζος, υποστήριζε οτι είχε στο μισθολόγιο του τη μισή αστυνομία, ενώ πλούτιζε από την παράνομη παρασκευή και πώληση αλκοολούχων.Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους ζητώντας την κατάλυση της τροπολογίας με συνθήματα όπως (We want beer) “θέλουμε μπύρα” (Ι’m no camel I want beer!) “δεν είμαι καμήλα, θέλω μπύρα”

Η σκοτεινή περίοδος της Ποτοαπαγόρευσης έχει μείνει στην ιστορία ως ένα μεγάλο λάθος που γιγάντωσε την μαφία. Αν και οι ασθένειες που συσχετίζονταν με την υπερβολική κατανάλωση αλκοολούχων ποτών ελλαττώθηκαν, στην συνέχεια 7 χρόνια μετά την επιβολή της Ποτοαπαγόρευσης, ποτά χείριστης ποιότητας, τα λεγόμενα “μπόμπες” προκαλούσαν πολλά προβλήματα υγείας στους καταναλωτές τους όπως τύφλωση και παράλυση. Η παράνομη παρασκευή και διακίνηση αλκοόλ είχε ως αποτέλεσμα να καταναλώνονται πολύ μεγαλύτερες ποσότητες αλκοολούχων ποτών από οτι πριν την θέσπιση του νόμου, ενώ η εγκληματικότητα έφτασε στα ύψη.

Το 1932 ο δημοκρατικός πρόεδρος Φραγκλίνος Ρουσβελτ, ο οποίος ηταν και λάτρης του Μαρτίνι, συμπεριέλαβε στο πολιτικό πρόγραμματου και την άρση της 18ης τροπολογίας και ουσιαστικά την λήξη της Ποτοαπαγόρευσης. Ένα χρόνο μετά, στις 5 Δεκεμβρίου του 1933, ο Ρούσβελτ κατέλυσε τον νόμο της Απαγόρευσης. Οι πολιτείες νομιμοποίησαν και πάλι το αλκοόλ, ενώ το Μισσισσιπι ήταν η τελευταία πολιτεία που νομιμοποίησε και πάλι την διακίνηση και κατανάλωση αλκοολούχων ποτών το 1966.  Ενώ σε καθεστώς Ποτοαπαγόρευσης έμεινε μια πόλη της Αμερικής (Bridgewater) 130 χλμ βόρεια της Νέας Υόρκης, μέχρι και το 2014 (!!)

Christina

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *